Κώστας Καρυωτάκης: Ονειροπόλος|| ArgyStories

Εικόνα
  Ο Ονειροπόλος είναι ένα από τα εννέα πεζά κείμενα του ποιητή Κώστα Καρυωτάκη. Στο κείμενο αυτό ο ποιητής παρουσιάζει έναν άνθρωπο, συγκεκριμένα, έναν άνδρα ο οποίος έχει εμμονή με την έννοια του χρόνου.  Όντας στο παρόν αναπολεί στιγμές του παρελθόντος, βιώνει καταστάσεις ανεξήγητες για εκείνον: συμπτώσεις, συχρονικότητες, προμνησία ( deja vu), ταξίδι στο μέλλον. Οι καταστάσεις αυτές τον οδήγησαν στη σκέψη να βρει τη χημική σύσταση του χρόνου μελετώντας επιστημονικά βιβλία και κάνοντας εργαστηριακούς πειραματισμούς. Στο τέλος ο ονειροπόλος παρουσιάζεται έγκλειστος σε ένα ψυχιατρικό ίδρυμα και καταλήγοντας ότι "ο Χρόνος δεν υπάρχει". Α.Χ.  ΟΝΕΙΡΟΠΟΛΟΣ ( Κώστας Καρυωτάκης) Ι     Δεν ήξερε αν ήταν μικρόβιο ή αόρατος κακοποιός, ή ακόμη τίποτε άλλο. Επίστευε όμως ότι ο Χρόνος υπήρχε στο διάστημα. Είχε αρκετές αποδείξεις.       Κάποτε, σ' ένα μακρινό ταξίδι του, το βαπόρι πέρασε από το λιμάνι μιας επαρχιακής πόλεως όπου είχε ζήσει μι...

Οδυσσέας Ανδρούτσος (1788-1825) : Επιστολή προς Γαλαξιδιώτες




Το περιοδικό " Ακρόπολις Φιλολογική" (1888) δημοσίευσε ανέκδοτες επιστολές του αδικημένου και αδικοχαμένου αγωνιστή της Επανάστασης του 1821, Οδυσσέα Ανδρούτσου. Σε μία από αυτές με ημερομηνία 22 Μαρτίου 1821, απευθύνεται προς τους Γαλαξιδιώτες καλώντας τους να λάβουν μέρος στον αγώνα για την ελευθερία της πατρίδας. Στο τέλος της επιστολής μιλά με ενθουσιασμό για τον Γιάννη Γκούρα, τον φίλο και συναγωνιστή του, τον άνθρωπο που πρόδωσε την εμπιστοσύνη που του έδειξε , και που 3 χρόνια αργότερα διέταξε την εκτέλεσή του Ανδρούτσου, πάνω στην Ακρόπολη.
Αξίζει να διαβάσει κανείς την επιστολή και να αφουγκραστεί τα λόγια του αγωνιστή, μέρα που είναι σήμερα. Σήμερα που η πατρίδα κάτω από ιδιαίτερες συνθήκες, γιορτάζει τα 199 χρόνια ελευθερίας της, μία φωνή από το παρελθόν μας υπενθυμίζει το: Ελευθερία ή Θάνατος!

ΑΝΕΚΔΟΤΟΙ ΕΠΙΣΤΟΛΑΙ ΟΔΥΣΣΕΩΣ ΑΝΔΡΟΥΤΣΟΥ

Ηγαπημένοι μου Γαλαξειδιώταις!
Ήτανε βέβαια από τον Θεό γραμμένο να αδράξωμε τα άρματα μία ημέρα, και να χυθούμε καταπάνου στους τύρσννους μας, που τόσα χρόνια ανελεήμονα μας τυραγνείουν. Τι τη θέλομε, βρε αδέλφια, αυτή την πολυπικραμένη ζωή, να ζούμε αποκάτω στην σκλαβιά, και το σπαθί των Τουρκών να ακονιέται στα κεφάλια μας ∙ δε τιράτε που τίποτς δεν μας απόμεινε∙ αι εκκλησίαι μας γενήκανε τσαμιά και αχούρια των Τουρκών ∙ κανένας δεν μπορεί να πη πως τάχα έχει τίποτα ιδικόν του ∙ γιατί το ταχυά βρίσκεται φτωχός, σα διακονιάρης στη στράτα ∙ η φαμίλιες μας και τα παιδιά μας είνε στα χέρια και στη διάκρισι των Τουρκών. Τίποτα αδέρφια, δεν μας έμεινε ∙ δεν είνε πρέποντας να σταυρώσωμε τα χέρια και να τηράμε τον ουρανό ∙ ο Θεός μας έδωκε χέρια, γνώσι και νου ∙ ας ρωτήσωμε την καρδιά μας και ό,τι μας απαντυχαίνει ας τω βάλλωμε γλήγορα σε πράξι, και αν ήμεθα αδέρφια, βέβαιοι το πώς ο χριστός ο πολυαγαπημένος θα βάλλη το χέρι επάνου μας. Ό,τι θα κάμωμε πρέποντας είνε να το κάμωμε μίαν ώραν αρχήτερα, γιατί ύστερα θα χτυπάμε τα κεφάλια μας. Τώρα η Τουρκια είνε η μπερδευμένη σε πολέμους, και δεν έχει ασκέρια να στείλη καταπάνου μας. Ας ωφεληθούμε από την περίστασι οπού ο Θεός ακούωντας τα δίκαια παράπονάμας, μας έστειλε δια ελλόγου μας μία ώρα πρέποντας είνε να ξεσπάση αυτό μαράζι, όπου μας τρώγει την καρδιά ∙ Στα άρματα, αδέρφια ∙ ή να ξεσκλαβωθούμε ή όλοι να πεθάνωμε ∙ και βέβαια καλλίτερο θάνατο δε μπορεί να προτιμήση κάθε χριστιανός και έλληνας.

Εγώ καθώς το γνωρίζετε καλότατα, αγαπητοί Γαλαξειδιώταις, ημπορώ να ζήσω βασιλικά, με πλούτια, τιμαίς, και δόξαις ∙ οι Τούρκοι ότι και να ζητήσω μου το δίνουνε παρακαλώντας, γιατί το σπαθί του Οδυσσέα δεν χωρατεύει ∙ έπειτα κοντά και στα άλλα ενθυμούντε τον Πατέρα μου, που τους εζεμάτισε. Μα σας λέγω την πάσαν αλήθεια, αδέρφια, δε θέλω εγώ μοναχά να καλοπερνάω, και το γένος μου να βογκάη στη σκαλβιά ∙ μου καίεται η καρδιά μου, βλέπω και συλλογιούμαι πως ακόμα οι Τούρκοι μας τυραγνείουν.

Από τον Μωριά μου στείλανε γράμματα, πως είνε πάντα έτοιμα ∙ εγώ είμε στο ποδάρι με τα παλληκάρια μου ∙ μα θέκω πρώτα να είμαι βέβαιος το πώς θα με ακολουθήσετε και εσείς ∙ αν εσείς κάμετε αρχή από την μια μεριά, και εγώ από την άλλη, θα σηκωθή όλη η Ρούμελη ∙ γιατί ο κόσμος φοβάται, μα σα ιδή ελλόγου Σας, που έχετε τα καράβια, και ξέρετε καλλίτερα τα πράγματα, το πώς σηκόνετο το μπαεράκι, θανά ξεθαρέψη και τελειώση ίχι καλλίτερα το πράγμα.

Περιμένω απόκρισι με τον ίδιον που φέρνει το γράμμα μου. Τη μπαρούτη και τα βόλια τα έλαβα, και τα εμέρασα, να με οικονομήσετε και στουρνάρια και αν σας περισσεύν και άλλη μπαρούτη να μου στείλετε, γιατί θα την δώσω και στους Πατρατσικιώτας.
Του Πανουριά τα λόγια μη τα πολυακούτε ∙ είνε φοβιτσάρης ∙ μα τα το σηκώσωμε εμείς, αλλιώς δε μπορεί να φκιάση, πάρεξ να έρθη με το μέρος μας.

Αύριο το βράδυ να έρθη ένας στο μοναστήρι και θα εύρη τον Γκούρα για να μιλήση, σα να ήμουνα εγώ ο ίδιος. Τον Γκούρα να τον αγαπάτε είνε παιδί δικό μου και καλό παλληκάρι.
Χαιρετίσματα σε όλους τους φίλους πέρα και πέρα.
22 Μαρτίου 1821
Σας χαιρετώ και σας γλυκοφιλώ
Ο αγαπητός Σας
ΟΔΥΣΣΕΥΣ ΑΝΔΡΟΥΤΣΟΣ


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Λαβύρινθος της τύχης (XLV, XLVI), Juan de Mena (1411-1456)

Το Εγκώμιο της Θαλάσσης- Κώστας Καρυωτάκης (Αφήγηση)

Ελισάβετ Μουτζάν- Μαρτινέγκου (1801-1832)