Κώστας Καρυωτάκης: Ονειροπόλος|| ArgyStories

Εικόνα
  Ο Ονειροπόλος είναι ένα από τα εννέα πεζά κείμενα του ποιητή Κώστα Καρυωτάκη. Στο κείμενο αυτό ο ποιητής παρουσιάζει έναν άνθρωπο, συγκεκριμένα, έναν άνδρα ο οποίος έχει εμμονή με την έννοια του χρόνου.  Όντας στο παρόν αναπολεί στιγμές του παρελθόντος, βιώνει καταστάσεις ανεξήγητες για εκείνον: συμπτώσεις, συχρονικότητες, προμνησία ( deja vu), ταξίδι στο μέλλον. Οι καταστάσεις αυτές τον οδήγησαν στη σκέψη να βρει τη χημική σύσταση του χρόνου μελετώντας επιστημονικά βιβλία και κάνοντας εργαστηριακούς πειραματισμούς. Στο τέλος ο ονειροπόλος παρουσιάζεται έγκλειστος σε ένα ψυχιατρικό ίδρυμα και καταλήγοντας ότι "ο Χρόνος δεν υπάρχει". Α.Χ.  ΟΝΕΙΡΟΠΟΛΟΣ ( Κώστας Καρυωτάκης) Ι     Δεν ήξερε αν ήταν μικρόβιο ή αόρατος κακοποιός, ή ακόμη τίποτε άλλο. Επίστευε όμως ότι ο Χρόνος υπήρχε στο διάστημα. Είχε αρκετές αποδείξεις.       Κάποτε, σ' ένα μακρινό ταξίδι του, το βαπόρι πέρασε από το λιμάνι μιας επαρχιακής πόλεως όπου είχε ζήσει μι...

Το εγκώμιο της θαλάσσης, Κ. Γ. Καρυωτάκης





Ο Κώστας Καρυωτάκης (1896-1928),  αν και είναι περισσότερο γνωστός για τα ποιήματά του έγραψε, επίσης, και θαυμάσια πεζογραφήματα:
ΤΟ ΕΓΚΩΜΙΟ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΗΣ
Ι
Η θάλασσα είναι η μόνη μου αγάπη. Γιατί έχει την όψη του ιδανικού. Και τ' όνομά της είναι ένα θαυμαστικό. Δε θυμάμαι το πρώτο αντίκρισμά της. Χωρίς άλλο θα κατέβαινα από μια κορφή, φέρνοντας αγκαλιές λουλούδια. Παιδί ακόμα, εσκεπτόμουν το ρυθμό του φλοίσβου της. Ξαπλωμένος
στην αμμουδιά, εταξίδευα με τα καράβια που περνούσαν. Ένας κόσμος γεννιόταν γύρω μου. Οι αύρες μου άγγιζαν τα μαλλιά. Άστραφτε η μέρα στο πρόσωπό μου και στα χαλίκια. Όλα μου ήταν ευπρόσδεκτα: ο ήλιος, τα λευκά σύννεφα, η μακρινή βοή της.

Αλλά η θάλασσα επειδή ήξερε, είχε αρχίσει το τραγούδι της, το τραγούδι της που δεσμεύει και παρηγορεί. Είδα πολλά λιμάνια. Στοιβαγμένες πράσινες βάρκες επήγαιναν δώθε κείθε σαν εύθυμοι μικροί μαθητές. Κουρασμένα πλοία, με ονόματα περίεργα, εξωτικά, ύψωναν κάθε πρωί τη σκιά τους. Άνθρωποι σκεφτικοί, ώριμοι από την άλμη, ανέβαιναν σταθερά τις απότομες, κρεμαστές σκάλες. Άγρια περιστέρια ζυγίζονταν στις κεραίες.

Ύστερα ενύχτωσε. Μια κόκκινη γραμμή στον ορίζοντα, μόλις έβρισκε απάντηση στις ράχες των μεγάλων, αργών κυμάτων. Εσάλευαν σαν από κάποια μυστική, εσωτερική αιτία, και άπλωναν πλησιάζοντας, για να σπάσουν απαλά, βουβά. Όλα τ' άλλα -- ο ουρανός, τα βουνά αντίκρυ, το ανοιχτό πέλαγος -- ένα τεράστιο μαύρο παραπέτασμα.
Κ.Γ.Καρυωτάκης

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Λαβύρινθος της τύχης (XLV, XLVI), Juan de Mena (1411-1456)

Το Εγκώμιο της Θαλάσσης- Κώστας Καρυωτάκης (Αφήγηση)

Ελισάβετ Μουτζάν- Μαρτινέγκου (1801-1832)