Ο Γιάννης Κορδάτος στην Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας αναφέρει ότι με τα έργα του «εκφράζει τη δυσαρέσκεια της αγροτιάς, που ζούσε στην αθλιότητα από την εγκατάλειψη και τον κατατρεγμό του κέντρου. Χτυπάει και σατιρίζει τους κομματάρχες που εκμεταλλεύονται την αμάθεια του λαού. Πλήρωσε όμως ακριβά αυτή του τη στάση. Οι κοτζαμπάσηδες της Ύδρας, τους οποίους σατίριζε, στη Λύρα του Γερονικόλα έβαλαν κάποιο μπράβο τους και τον σκότωσε στην πλατεία Ομονοίας (7 του Σεπτέμβρη 1891)»
Στη σύντομη ζωή του έγραψε: πατριωτικές ωδές, θούρια, ειδύλλια, ελεγεία, ποιήματα επικολυρικά. Ανήκει στη γενιά των ποιητών του 1880. Τα έργα του δείχνουν την κλίση του προς τη δημοτική. Ποιητικές συλλογές: Γέλωτες (1880), Αναμνήσεις και ελπίδες (1886), Ποιήσεις (1889, Οι μαργαρίται (1891).
Σημαντική θεωρείται η συμβολή του στη διαμόρφωση του νεοελληνικού θεάτρου με τα κωμειδύλλια και τις κωμωδίες που έγραψε: Η λύρα του Γερονικόλα, Ο Μπάρμπαλινάρδος, Ο Καπετάν Γιακουμής.
Αργυρώ Χατζηπαναγιώτου
Βιβλιογραφία:
Δημαράς Κ.Θ. (2000), Ιστορία
Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Από τις πρώτες ρίζες ως την εποχή μας, Εκδ. Γνώση,
Αθήνα
Κορδάτος Γιάννης (1983) Ιστορία της
Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Από το 1453 ως το 1961, Τόμος Α’,
Εκδ. Επικαιρότητα, Αθήνα.
***
"Είδα ένα Όνειρο", είναι ένα ποίημα στο οποίο ο ποιητής κάνει ένα ταξίδι στον Παράδεισο, όπου εκεί συναντά τον Θεό( που να το φανταζόταν ότι θα συναντούσε τον Θεό πολύ σύντομα)
Είδα ένα Όνειρο(απόσπασμα)
.......
Al fine, ἀνέβηκα εἰς τοῦ Παράδεισου τὴ θύρα
Καὶ ἐστεκόμουνα ἀπό 'ξω νὰ μ' ἀνοίξουν…
Ξάφνου γροικάω νὰ χτυπάῃ μιὰ σφύρα
Ν' ἀνοίξῃ μία πόρτα, καὶ νὰ μὲ τραβήξουν.
− Εἶσαι, μοῦ λένε, μονάχος σου; − Ναί! τοὺς εἶπα!
− Ἔμπα λοιπὸ γιὰ θὰ σφαλήσουμε τὴν τρύπα.
Ἐμπῆκα! − Ὦ Παναγιώτατε θεέ μου!
− Γιατὶ τὸν εἶχα πειὰ ὀμπρός μου, τόν θωροῦσα −
Τέτοιονε δὲ σὲ φανταζόμουνε ποτέ μου
Ἀνδρεῖο!… ὑγιέστατο!… οὔτε μποροῦσα
Νὰ φαντασθῶ γιὰ τὴν προσωπικότητά σου,
Γιατὶ τί εἶμαι ἐγὼ ἐμπρὸς στὴν ἀφεντειά σου;
− Σκασμός, μοῦ λέει, στὸ λαιμό σου, τ σ ι λ ι β ύ θ ρ α!
Νὰ μὴ σοῦ σφίξω μιὰ γροθιὰ εἰς τὰ μουσούδια
Καὶ σὲ μεταμορφώσω στὴ στιγμὴ ὡς τὴν μιτσίθρα,
Ἐκειὰ ποῦ φιάνετε στὴ γῆ σᾶς ἀφ' τὰ βούδια,
Γκιντί! ἀγύρτες, τσαρλατάνοι, δολοφόνοι,
Ψεύταις, μοιχοί, ἐπίορκοι, ἀσυνάρτητοι, μασσόνοι.
Ἐσὺ μωρέ, μοῦ λέει, εἶσαι ἀφ' τσὶ γῆς τὰ μέρη
Καὶ μάλιστα κατάγεσαι ἀπ' τὴν Ἑλλάδα!
Μουρὲ ἐγὼ θὰ ἐξαλείψω ἐκειὸ τ' ἀστέρι
Γιατὶ ποιὸ ἐκατήντησε μιὰ σιχαμάδα!
Δὲν ἔχετε ἄλλη δουλειά… ντεμπελχανάδες
Καὶ δός του πᾶσα μέρα οὗλο καὶ καυγάδες.
.... Δημήτριος Κόκκος
Η φωτογραφία του ποιητή είναι από την εφημερίδα: "ΤΟ ΑΣΤΥ" του 1891
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου