Κώστας Καρυωτάκης: Ονειροπόλος|| ArgyStories

Εικόνα
  Ο Ονειροπόλος είναι ένα από τα εννέα πεζά κείμενα του ποιητή Κώστα Καρυωτάκη. Στο κείμενο αυτό ο ποιητής παρουσιάζει έναν άνθρωπο, συγκεκριμένα, έναν άνδρα ο οποίος έχει εμμονή με την έννοια του χρόνου.  Όντας στο παρόν αναπολεί στιγμές του παρελθόντος, βιώνει καταστάσεις ανεξήγητες για εκείνον: συμπτώσεις, συχρονικότητες, προμνησία ( deja vu), ταξίδι στο μέλλον. Οι καταστάσεις αυτές τον οδήγησαν στη σκέψη να βρει τη χημική σύσταση του χρόνου μελετώντας επιστημονικά βιβλία και κάνοντας εργαστηριακούς πειραματισμούς. Στο τέλος ο ονειροπόλος παρουσιάζεται έγκλειστος σε ένα ψυχιατρικό ίδρυμα και καταλήγοντας ότι "ο Χρόνος δεν υπάρχει". Α.Χ.  ΟΝΕΙΡΟΠΟΛΟΣ ( Κώστας Καρυωτάκης) Ι     Δεν ήξερε αν ήταν μικρόβιο ή αόρατος κακοποιός, ή ακόμη τίποτε άλλο. Επίστευε όμως ότι ο Χρόνος υπήρχε στο διάστημα. Είχε αρκετές αποδείξεις.       Κάποτε, σ' ένα μακρινό ταξίδι του, το βαπόρι πέρασε από το λιμάνι μιας επαρχιακής πόλεως όπου είχε ζήσει μι...

Κάθαρσις, Κ. Γ. Καρυωτάκης





Εκτός από ποιήματα, ο Κώστας Καρυωτάκης (1896-1928) έγραψε και θαυμάσια πεζογραφήματα:
Κάθαρσις
Βέβαια. Έπρεπε να σκύψω μπροστά στον ένα και, χαϊδεύοντας ηδονικά το μαύρο σεβιότ* - παφ, παφ, παφ -, "έχετε λίγη σκόνη" να ειπώ "κύριε Άλφα".
Ύστερα έπρεπε να περιμένω στη γωνία, κι όταν αντίκριζα την κοιλιά του άλλου, αφού θα 'χα επί τόσα χρόνια παρακολουθήσει τα αισθήματα και το σφυγμό της, να σκύψω άλλη μια φορά
και να ψιθυρίσω εμπιστευτικά: "Αχ, αυτός ο Άλφα, κύριε Βήτα..."

Έπρεπε, πίσω από τα γυαλιά του Γάμμα, να καραδοκώ την ιλαρή ματιά του. Αν μου την εχάριζε, να ξεδιπλώσω το καλύτερο χαμόγελό μου και να τη δεχτώ όπως σε μανδύα ιππότου ένα βασιλικό βρέφος. Αν όμως αργούσε, να σκύψω για τρίτη φορά γεμάτος συντριβή και ν' αρθρώσω: "Δούλος σας, κύριέ μου".

Αλλά πρώτα-πρώτα έπρεπε να μείνω στη σπείρα του Δέλτα. Εκεί η ληστεία γινόταν υπό λαμπρούς, διεθνείς οιωνούς, μέσα σε πολυτελή γραφεία. Στην αρχή, δεν θα υπήρχα. Κρυμμένος πίσω υπό τον κοντόπαχο τμηματάρχη μου, θα οσφραινόμουν. Θα είχα τρόπους λεπτούς, αέρινους. Θα εμάθαινα τη συνθηματική τους γλώσσα. Η ψαύσις του αριστερού μέρους της χωρίστρας θα εσήμαινε: "πεντακόσιες χιλιάδες". Ένα επόμονο τίναγμα της στάχτης του πούρου θα έλεγε: "σύμφωνος". Θα εκέρδιζα την εμπιστοσύνη όλων. Και, μια μέρα ακουμπώντας στο κρύσταλλο του τραπεζιού μου, θα έγραφα εγώ την απάντηση: "Ο αυτόνομος οργανισμός μας, κύριε Εισαγγελεύ..."

Έπρεπε να σκύψω, να σκύψω, να σκύψω. Τόσο που η μύτη μου να ενωθεί με τη φτέρνα μου. Έτσι βολικά κουλουριασμένος, να κυλώ και να φθάσω.
Κανάγιες!

Το ψωμί της εξορίας με τρέφει. Κουρούνες χτυπούν τα τζάμια της κάμαράς μου. Και σε βασανισμένα στήθη χωρικών βλέπω να δυναμώνει η πνοή που θα σας σαρώσει.

Σήμερα επήρα τα κλειδιά κι ανέβηκα στο ενετικό φρούριο. Επέρασα τρεις πόρτες, τρία πανύψηλα, κιτρινωπά τείχη, με ριγμένες επάλξεις. Όταν βρέθηκα μέσα στον εσωτερικό, τρίτο κύκλο, έχασα τα ίχνη σας. Κοιτάζοντας από τις πολεμίστρες, χαμηλά, τη θάλασσα, την πεδιάδα, τα βουνά, ένιωθα τον εαυτό μου ασφαλή. Εμπήκα σ' ερειπωμένους στρατώνες, σε κρύπτες όπου είχαν φυτρώσει συκιές και ροδιές. Εφώναζα στην ερημία. Επερπάτησα ολόκληρες ώρες σπάζοντας μεγάλα, ξερά χόρτα. Αγκάθια κι αέρας δυνατός κολλούσαν στα ρούχα μου. Με ήβρε η νύχτα...
                                                              Κ. Γ. Καρυωτάκης

*σεβιότ: μάλλινο σκοτσέζικο ύφασμα

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Λαβύρινθος της τύχης (XLV, XLVI), Juan de Mena (1411-1456)

Το Εγκώμιο της Θαλάσσης- Κώστας Καρυωτάκης (Αφήγηση)

Ελισάβετ Μουτζάν- Μαρτινέγκου (1801-1832)