Κώστας Καρυωτάκης: Ονειροπόλος|| ArgyStories

Εικόνα
  Ο Ονειροπόλος είναι ένα από τα εννέα πεζά κείμενα του ποιητή Κώστα Καρυωτάκη. Στο κείμενο αυτό ο ποιητής παρουσιάζει έναν άνθρωπο, συγκεκριμένα, έναν άνδρα ο οποίος έχει εμμονή με την έννοια του χρόνου.  Όντας στο παρόν αναπολεί στιγμές του παρελθόντος, βιώνει καταστάσεις ανεξήγητες για εκείνον: συμπτώσεις, συχρονικότητες, προμνησία ( deja vu), ταξίδι στο μέλλον. Οι καταστάσεις αυτές τον οδήγησαν στη σκέψη να βρει τη χημική σύσταση του χρόνου μελετώντας επιστημονικά βιβλία και κάνοντας εργαστηριακούς πειραματισμούς. Στο τέλος ο ονειροπόλος παρουσιάζεται έγκλειστος σε ένα ψυχιατρικό ίδρυμα και καταλήγοντας ότι "ο Χρόνος δεν υπάρχει". Α.Χ.  ΟΝΕΙΡΟΠΟΛΟΣ ( Κώστας Καρυωτάκης) Ι     Δεν ήξερε αν ήταν μικρόβιο ή αόρατος κακοποιός, ή ακόμη τίποτε άλλο. Επίστευε όμως ότι ο Χρόνος υπήρχε στο διάστημα. Είχε αρκετές αποδείξεις.       Κάποτε, σ' ένα μακρινό ταξίδι του, το βαπόρι πέρασε από το λιμάνι μιας επαρχιακής πόλεως όπου είχε ζήσει μι...

Η Λεωφόρος Ποσειδώνος και η παραλία στις Τζιτζιφιές






Εκείνα τα ωραία χρόνια των αρχών της δεκαετίας του ’60 η Λεωφόρος Ποσειδώνος εκτεινόταν παραλλήλως με την ακτογραμμή του Φαληρικού όρμου, δίπλα στη θάλασσα δηλαδή, εκεί που έσκαγε το κύμα. Εκεί που η αύρα η θαλασσινή σε χτύπαγε στο πρόσωπο και δρόσιζε το πετσί σου. Καμία σχέση, βέβαια, δεν έχει η Λεωφόρος Ποσειδώνος του χθες με την Λεωφόρο του σήμερα.
Στις παιδικές αναμνήσεις μου, η Λεωφόρος Ποσειδώνος κατέχει πρωτεύουσα θέση, γιατί πρώτον
συνέδεε την πόλη που γεννήθηκα, και έζησα τα δύο πρώτα χρόνια της ζωής μου, την Καλλιθέα (περιοχή Τζιτζιφιές) με την πόλη που μεγάλωσα και ζω, μία συνοικία στους πρόποδες του όρους Αιγάλεω. Είχα κάνει, ως παιδί, ατέλειωτα χιλιόμετρα με λεωφορείο, διασχίζοντας την Ποσειδώνος για να φτάσω από τον τόπο κατοικίας μου στις Τζιτζιφιές, απολαμβάνοντας, συγχρόνως, το υγρό στοιχείο και απλώνοντας το βλέμμα στους ανοιχτούς ορίζοντες του Φαληρικού όρμου. Κατά δεύτερο λόγο, η Λεωφόρος Ποσειδώνος ήταν συνυφασμένη με τις χαρές του καλοκαιριού, την ξενοιασιά, την ανεμελιά και τα θαλάσσια λουτρά. Ναι, γιατί στη Λεωφόρο Ποσειδώνος οι παραλίες, και προπάντων η παραλία στις Τζιτζιφιές, ήταν υπέροχες, αμμουδερές και απάνεμες, προσιτές στον κόσμο που απολάμβανε μια ανάσα από την πόλη τις χαρές και τις χάρες της θάλασσας. Η παραλία των Τζιτζιφιών, όμως, ήταν ονομαστή όχι μόνο για τα θαλάσσια λουτρά και τις ταβέρνες, αλλά και για τους ψαράδες που έριχναν τα δίχτυα τους. Άλλωστε η μαρίδα του Φαλήρου έχει μείνει στην ιστορία.

Αλλά, είπαμε σε αυτή τη ζωή όλα τα ωραία κρατάνε λίγο. Ό,τι η φύση μας χαρίζει απλόχερα έρχεται ο ανθρώπινος παράγοντας και το καταστρέφει, στο όνομα της εξέλιξης. Έτσι, όταν, στα μέσα της δεκαετίας του ‘60, άρχισε το γκρέμισμα των νεοκλασικών κτιρίων στην Αθήνα, που έδωσαν τη θέση τους στις απρόσωπες πολυκατοικίες , οι οποίες θα στέγαζαν τον κόσμο που θα έρχονταν να κατοικήσει από την περιφέρεια στην Αθήνα, για να επιτευχθεί η λεγόμενη αστυφιλία (μετακίνηση και εγκατάσταση αγροτικών πληθυσμών στα μεγάλα αστικά και βιομηχανικά κέντρα), βγήκαν ένα σωρό μπάζα, τόνοι ολόκληροι, που έπρεπε κάπου να πάνε. Και σκέφτηκαν οι ιθύνοντες της εποχής να μπαζώσουν την παραλία στο Νέο Φάληρο,Μοσχάτο, Τζιτζιφιές κυρίως, και μαζί να μπαζώσουν τις χάρες της περιοχής και τη χαρά των κατοίκων . Η περιοχή, μετά το πρώτο μπάζωμα, άρχισε να γίνεται άσχημη, αποκρουστική. Το τοπίο ερήμωσε. Η παραλία χάθηκε. Η θάλασσα απομακρύνθηκε, την έβλεπες στο βάθος, το βλέμμα δεν χανόταν πια στους ανοιχτούς ορίζοντες του φαληρικού όρμου, αλλά στα μπάζα των νεοκλασικών της Αθήνας.

Μια μέρα, ξεκινήσαμε με τη μητέρα μου να κάνουμε την καθιερωμένη επίσκεψη στη γιαγιά μου (μητέρα του πατέρα μου) στις Τζιτζιφιές. Η διαδρομή ήταν δεδομένη: λεωφορείο από τον τόπο κατοικίας μου μέχρι τον Πειραιά, και από το Δημοτικό Θέατρο άλλο λεωφορείο (το πράσινο) για Καλλιθέα. Μπήκαμε, λοιπόν, με τη μητέρα μου στο πράσινο λεωφορείο, ευτυχώς, βρήκαμε θέση, κάθισα προς το παράθυρο χαζεύοντας , κατά τη διάρκεια της διαδρομής, το τοπίο. Βγαίνοντας, μετά από λίγο, το κατάμεστο λεωφορείο, στην Λεωφόρο Ποσειδώνος και αντικρίζοντας εγώ την μπαζωμένη παραλία, δεν ξέρω πως μου ήρθε, σηκώθηκα όρθια και άρχισα να φωνάζω: «Άντε να χαθείτε, παλιοτόμαρα, που μπαζώσατε τη θάλασσα». Η μητέρα μου, που δεν ήξερε που να κρυφτεί, άρχισε να μου λέει: « Σώπασε, παιδί μου, δεν είναι σωστό να φωνάζεις» … Και επειδή ήμουν υπάκουο παιδί, σώπασα. Αυτή ήταν η πρώτη μου διαμαρτυρία κατά του κατεστημένου. 
                                                         Αργυρώ Χατζηπαναγιώτου
Η φωτογραφία είναι από το διαδίκτυο, πάνω κάτω της εποχής εκείνης, όπου δείχνει ψαράδες να ρίχνουν τα δίχτυα στην παραλία των Τζιτζιφιών

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Λαβύρινθος της τύχης (XLV, XLVI), Juan de Mena (1411-1456)

Το Εγκώμιο της Θαλάσσης- Κώστας Καρυωτάκης (Αφήγηση)

Ελισάβετ Μουτζάν- Μαρτινέγκου (1801-1832)